Τρίτη, Απριλίου 08, 2014

140. ο άνθρωπος-ηφαίστειο

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που κατάπινε το μυαλό του. Από λίγο κάθε μέρα. Σιγά σιγά, το κατάπιε όλο και, όπως έμεινε το κρανίο αδειανό, άρχισε να μαλακώνει, τα κόκκαλα να γίνονται λεπτά και εύθραυστα, μια και δεν είχαν τίποτε να προστατέψουν.
Ετσι, κατακάθιζαν αργά αργά και βούλιαζαν προς τα κάτω, κι ο άνθρωπος έγινε σαν ηφαίστειο -στη θέση του κεφαλιού ένας κρατήρας- και μια μέρα έκανε ένα ΜΠΑΜ και εξερράγη.
Η καφτή λάβα τινάχτηκε προς τον ουρανό κατακόρυφα, η λάμψη της άστραψε και θάμπωσε τον ήλιο, η ζέστη έκαψε τα λιβάδια και τα ζώα που βοσκούσαν. Μετά, η λάβα πάγωσε, η στάχτη λίπανε το χώμα, ο άνθρωπος-ηφαίστειο κοιμήθηκε βαθειά. Σήμερα κοιμάται ακόμα και ονειρεύεται μια καινούργια έκρηξη μήπως ξαναβρεί το μυαλό του.
 
________________
ΣΗΜ. κι αυτό το κείμενο ανέβηκε πρώτη φορά εδω, στις 17/6/2007. Σήμερα το ξαναβρήκα, βρήκα και μια ταιριαστή εικόνα και το τοποθετώ σε αρμόζουσα θεσούλα!

139. ο άνθρωπος με το μισό μάτι

Μια φορά, ήταν ένας άνθρωπος που κοίταζε με μισό μάτι. Οταν ένας άνθρωπος χρειάζεται δυο μάτια ώστε να έχει πλήρη όραση και με ένα μάτι έχει όραση μισή, εκείνος όλα τα έβλεπε στο μισό του μισού, δηλαδή είχε ικανότητα να βλέπει μόνο το ένα τέταρτο των πραγμάτων.

Σιγά σιγά, θέλοντας να αναπληρώσει την αδυναμία του, άρχισε να πιστεύει πως η δική του όραση ήταν πλήρης και πως οι άλλοι απλώς έβλεπαν περισσότερα από όσα ήταν επιτρεπτά. Επομένως, όπως έλεγε στον εαυτό του και στους ομοίους του, οι πολλές οπτικές γωνίες των πραγμάτων είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα επειδή μπερδεύουν τον άνθρωπο με την υπερανεπτυγμένη όραση, την όραση των δύο ματιών.

Οσο περνούσαν τα χρόνια, η θεωρία του ανθρώπου με το μισό μάτι διαδόθηκε με διάφορους τρόπους, και την ασπάστηκαν άνθρωποι με νου χαλαρό και τεμπέλικο, καθώς και άνθρωποι οι οποίοι νόμιζαν ότι κάνουν οικονομία δυνάμεων με το να μην απασχολούν όλες τις δυνατότητες της όρασής τους. Επίσης, υπήρξαν πάρα πολλοί άνθρωποι που, αν και καταλάβαιναν τη σκοπιμότητα που κρυβόταν πίσω της, αδιαφόρησαν για τη θεωρία αυτή και, με την αδιαφορία τους, την άφησαν να εξαπλωθεί.

Ο άνθρωπος με το μισό μάτι έγραψε πολλούς τόμους βιβλίων όπου εξυμνούσε την αξία της περιοριστικής δύναμης του μισού ματιού, άνοιξε κλινικές όπου γινόντουσαν εγχειρήσεις εκβολής οφθαλμών, ανέδειξε νόμους υπέρ των εξειδικευμένων στην οφθαλμοεξόρυξη ιατρών, οργάνωνε εκστρατείες κοπής διαφόρων πραγμάτων στα τέσσερα, ώστε να ικανοποιούν όσους βλέπαν με μισό μάτι.

Μετά από αιώνες, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να βγάζουν οι άνθρωποι τα μάτια τους, το βλέμμα του μισού ματιού έγινε συνείδηση και κατάφερναν να βλέπουν με μισό μάτι και οι άνθρωποι που διατηρούσαν ανέπαφα και τα δυο τους μάτια, αρκεί να το ήθελαν. Ο άνθρωπος με το μισό μάτι είχε καταφέρει να προσδιορίσει το μέλλον της ανθρωπότητας.
______________________
ΣΗΜ. ακόμα μια μεταφορά από εδω, μια και το κείμενο που γράφτηκε στις 17/6/2007 ταιριάζει εδωπέρα... Πέτυχα κι ένα ωραίο σκιτσάκι!

138. αυτός που αγαπούσε πολύ τη γλώσσα του

Μια φορά, ήταν ένας που πρόσεχε πολύ τη γλώσσα του. Την αγαπούσε πολύ και για τούτο την προστάτευε ως κόρην οφθαλμού, που λένε. Σιγά σιγά, όλο και λιγότερο μιλούσε, όλο και λιγόστευαν οι φίλοι γύρω του, όλο και πιο παράξενος γινόταν. Ενοιωθε ότι η γλώσσα του κινδύνευε και ότι η καθημερινή της χρήση ήταν ήδη μια μεγάλη αποκοτιά.

Μια μέρα, αποφάσισε να πάψει να την εκθέτει εντελώς και σταμάτησε να μιλά. Ετσι, άρχισε να τρέφεται με σωληνάκια από τη μύτη, ώστε να μην ανοίγει καν το στόμα του. Εφερνε που και που τη γλώσσα του ίσαμε τα χείλη, αλλά γρήγορα την έχωνε ξανά μέσα στη στοματική κοιλότητα φοβούμενος μια απότομη κίνηση που θα μπορούσε να της αποκόψει κάποιο μικρό κομμάτι.

Χαιρόταν πάντως που την ένοιωθε ζωντανή, να κλωθογυρνά ανάμεσα στις μασέλες του, ώσπου του πέσαν' όλα τα δόντια. Δεν στενοχωρέθηκε καθόλου, καθώς δεν τα χρησιμοποιούσε ούτε για να τραφεί αλλά ούτε και για να χαμογελάσει. Ο νους του και όλες του οι δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη διαφύλαξη της γλώσσας.

Οταν το στόμα του γέμισε μούχλα, όταν σάπισαν εσωτερικά τα μάγουλα και ο ουρανίσκος, όταν η γλώσσα έμεινε αγκυλωμένη από την ακινησία σαν υπέρβαρη δυσκίνητη χελώνα, αυτή η γλώσσα που έμοιαζε στα νιάτα της με χέλι ευέλικτο και σαύρα χορευταρού, τότε κατάλαβε πολλά ο άνθρωπος αυτός για την αγάπη της γλώσσας.

Ηταν όμως αργά όταν αποφάσισε να τη βγάλει ξανά στη γύρα, να δείξει τα κάλλη της σε φίλους και αγνώστους, να θαμπώσει με την ομορφιά της τον κόσμον όλο. Ηταν αργά γιατί η γλώσσα που υπεραγαπούσε και προστάτευε τόσα χρόνια με πόνο ψυχής, η γλώσσα για χάρη της οποίας είχε αποστερηθεί φίλους και απολαύσεις, η γλώσσα αυτή δεν μιλιόταν πια από κανένα. Κανείς δεν την καταλάβαινε πια αυτή τη γέρικη γλώσσα που μύριζε μούχλα και σαπίλα.

Αυτός που αγαπούσε τόσο πολύ τη γλώσσα του, δεν κατάλαβε ότι η γλώσσα είναι κάτι τι ζωντανό, κάτι που ομορφαίνει και πλουτίζει όσο χορεύει και τριγυρνά στον κόσμο. Δεν κατάλαβε ότι μια γλώσσα φυλακισμένη δεν αργεί να πεθάνει, να νεκρωθεί.

Γυρνά ακόμα ανάμεσά μας ο άνθρωπος αυτός, τον βλέπουμε εδώ κι εκεί να προσπαθεί να αρθρώσει κάποιες λέξεις στριφογυρίζοντας την άχαρη δυσκίνητη γλώσσα του ανάμεσα σε άδειες μασέλες, φτύνοντας σάλια δεξιά ζερβά. Κανείς δεν τον καταλαβαίνει και όλοι τον αποφεύγουν. Είναι εκείνος που σκότωσε από αγάπη.
___________________________
ΣΗΜ. Αντίθετα από αυτό που συμβαίνει στις υπόλοιπες αναρτήσεις, πρώτα βρήκα το κείμενο που είχα γράψει εδω στις 20 Ιουνίου 2007 και μόλις σήμερα έψαξα και βρήκα την εικόνα που το συνοδεύει και το ξαναανέβασα, επειδή νομίζω πως ταιριάζει καλύτερα εδώ μέσα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

137. η τρικλοποδιά

Της τό 'χε πει ξεκάθαρα και απειλητικά ο κομματάρχης της περιοχής «κάποτε θα σου βάλω τρικλοποδιά» και δεν το ξέχασε, ούτε εκείνη το είχε ξεχάσει και τον απέφευγε, όταν το έβλεπε να την πλησιάζει έφευγε μακριά του τρέχοντας σχεδόν, μέχρι τη βραδιά του μεγάλου χορού του κόμματος, κομματόσκυλα και κομματάρχες από ολόκληρη τη χώρα είχαν συρρεύσει και διαγωνιζόντουσαν χορεύοντας με κόμματους, κι εκείνη κόμματος ήταν τότε -θεοκόμματος μάλιστα- και όλοι οι παρευρισκόμενοι της ζήτησαν να χορέψει μαζί τους και όλοι γράφτηκαν στη λίστα της, εκτός από τον απειλητικό κομματάρχη που δεν τον έβλεπε πουθενά και είπε μέσα της «δόξα σοι ο θεός, θεέ μου» αλλά λίγο πριν κλείσει η αίθουσα και μπεί ταμπελάκι στην είσοδο «το μαγαζί συμπληρωμένο, δεν χωράει άλλος» εκείνος πρόλαβε και μπήκε ατσαλάκωτος και αρειμάνιος με πράσινη γραββάτα και με ασπίδα προσώπου ένα πλαστικό μουστάκι κατάμαυρο, μια γοητεία βγαλμένη κατευθείαν από την κόλαση, και της ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην απαίτησή του να τη χορεύει μόνο αυτός ίσαμε να ξημερώσει και -ανάμεσα στα βαλσάκια, στα τανγκά και στα τσιφτετέλια- δεν τη γλίτωσε την τρικλοποδιά. Το παράξενο είναι ότι εκείνος ήταν που έπεσε τελικά.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

136. ένα μικρό χαρούμενο γατάκι

Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...