Της τό 'χε πει ξεκάθαρα και απειλητικά ο κομματάρχης της περιοχής «κάποτε θα σου βάλω τρικλοποδιά» και δεν το ξέχασε, ούτε εκείνη το είχε ξεχάσει και τον απέφευγε, όταν το έβλεπε να την πλησιάζει έφευγε μακριά του τρέχοντας σχεδόν, μέχρι τη βραδιά του μεγάλου χορού του κόμματος, κομματόσκυλα και κομματάρχες από ολόκληρη τη χώρα είχαν συρρεύσει και διαγωνιζόντουσαν χορεύοντας με κόμματους, κι εκείνη κόμματος ήταν τότε -θεοκόμματος μάλιστα- και όλοι οι παρευρισκόμενοι της ζήτησαν να χορέψει μαζί τους και όλοι γράφτηκαν στη λίστα της, εκτός από τον απειλητικό κομματάρχη που δεν τον έβλεπε πουθενά και είπε μέσα της «δόξα σοι ο θεός, θεέ μου» αλλά λίγο πριν κλείσει η αίθουσα και μπεί ταμπελάκι στην είσοδο «το μαγαζί συμπληρωμένο, δεν χωράει άλλος» εκείνος πρόλαβε και μπήκε ατσαλάκωτος και αρειμάνιος με πράσινη γραββάτα και με ασπίδα προσώπου ένα πλαστικό μουστάκι κατάμαυρο, μια γοητεία βγαλμένη κατευθείαν από την κόλαση, και της ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην απαίτησή του να τη χορεύει μόνο αυτός ίσαμε να ξημερώσει και -ανάμεσα στα βαλσάκια, στα τανγκά και στα τσιφτετέλια- δεν τη γλίτωσε την τρικλοποδιά. Το παράξενο είναι ότι εκείνος ήταν που έπεσε τελικά.Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011
137. η τρικλοποδιά
Της τό 'χε πει ξεκάθαρα και απειλητικά ο κομματάρχης της περιοχής «κάποτε θα σου βάλω τρικλοποδιά» και δεν το ξέχασε, ούτε εκείνη το είχε ξεχάσει και τον απέφευγε, όταν το έβλεπε να την πλησιάζει έφευγε μακριά του τρέχοντας σχεδόν, μέχρι τη βραδιά του μεγάλου χορού του κόμματος, κομματόσκυλα και κομματάρχες από ολόκληρη τη χώρα είχαν συρρεύσει και διαγωνιζόντουσαν χορεύοντας με κόμματους, κι εκείνη κόμματος ήταν τότε -θεοκόμματος μάλιστα- και όλοι οι παρευρισκόμενοι της ζήτησαν να χορέψει μαζί τους και όλοι γράφτηκαν στη λίστα της, εκτός από τον απειλητικό κομματάρχη που δεν τον έβλεπε πουθενά και είπε μέσα της «δόξα σοι ο θεός, θεέ μου» αλλά λίγο πριν κλείσει η αίθουσα και μπεί ταμπελάκι στην είσοδο «το μαγαζί συμπληρωμένο, δεν χωράει άλλος» εκείνος πρόλαβε και μπήκε ατσαλάκωτος και αρειμάνιος με πράσινη γραββάτα και με ασπίδα προσώπου ένα πλαστικό μουστάκι κατάμαυρο, μια γοητεία βγαλμένη κατευθείαν από την κόλαση, και της ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην απαίτησή του να τη χορεύει μόνο αυτός ίσαμε να ξημερώσει και -ανάμεσα στα βαλσάκια, στα τανγκά και στα τσιφτετέλια- δεν τη γλίτωσε την τρικλοποδιά. Το παράξενο είναι ότι εκείνος ήταν που έπεσε τελικά.Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011
136. ένα μικρό χαρούμενο γατάκι
Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.Σάββατο, Αυγούστου 20, 2011
135. θέλω να μου κλείσεις τα μάτια
«Θέλω να μου κλείσεις τα μάτια» λέει η γιαγιά πυργοδέσποινα στη Βέρα Καλτάκα, που τρέμει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Η γιαγιά πυργοδέσποινα κατοικεί στο Μέγαρον της Ευδαιμονίας και τίποτα δεν την απασχολεί εκτός από το θάνατό της, που τον βλέπει κάθε νύχτα να επέρχεται δριμύς. Κάθε βράδυ κοιμάται με την ελπίδα του τέλους κι όταν ξυπνά το επόμενο πρωί νοιώθει μια μικρή απογοήτευση για τη ζωή που ξαναξεκινά αναγκαστικά. Σηκώνεται από το κρεββάτι, πλένει το πρόσωπο, κάνει την τουαλέττα της και τσιμπά ένα ελαφρύ πρωινό. Κατόπιν, βγάζει τη γλώσσα στον καθρέφτη της. Η χαρακτηριστική της γκριμάτσα αποτυπώνεται στο γυαλί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Θα ήθελε να φύγει με αυτή τη γκριμάτσα, αλλά ίσως αυτή ακριβώς η γκριμάτσα είναι που τρομάζει το θάνατο και αποφεύγει να την πάρει, να την ξεκολλήσει από τη ζωή. Η Βέρα Καλτάκα απαντάει με ερώτηση: «Και πώς να κλείσω δυο μάτια τόσο ζωηρά, βρε γιαγιά;» και το πράγμα μένει εκεί. Κυριακή, Ιουλίου 17, 2011
134. την έβλεπε να βγαίνει από το νερό
Εκείνος καθόταν και την έβλεπε να βγαίνει. Εβγαινε, όλο έβγαινε, για πολλές ώρες έβγαινε από το νερό. Δεν την είχε δει να μπαίνει στη θάλασσα. Απο τη στιγμή που έφτασε στην παραλία και κάθησε στο βραχάκι, την έβλεπε να βγαίνει. Εβγαινε ολόγυμνη. Ηταν ολόγυμνη με το χαμόγελο ψηλά και τα χέρια απλωτά, σαν νά 'θελε ν' αγγίξει τα σύννεφα, να τα χώσει όλα στην αγκαλιά της. Λέμε "σαν", γιατί τα σύννεφα ήταν πίσω της. Μόνο ο ήλιος έδυε μπροστά της. Κυριολεκτικά έδυε. Εδυε με όλες τις σημασίες. Εβγαινε, λοιπόν, όλο έβγαινε μέσα από το νερό κι οι στάλες οι αλμυρές δεν στάζαν, επειδή είχαν στεγνώσει όλες πάνω της -τόσο αργά έβγαινε. Ενα περπάτημα σταγόνα σταγόνα. Ισως να πρόσεχε μη τυχόν ταράξει τα νερά ο βηματισμός της. Ενα περπάτημα ιεροτελεστία. Εκείνος την κοίταζε άπληστα, κολλημένος στο βράχο του, για ώρες πολλές. Σκέφτηκε να σημαδέψει τη στιγμή κι έβγαλε αργά κι αθόρυβα τη μηχανή από το τσαντάκι. Στο πρώτο κλικ εκείνη μαζεύτηκε, έσκυψε το κεφάλι, τα μαλλιά πέσαν μπρος, μάζεψε τα χέρια, σκέπασε τα στήθη. Το δεύτερο κλικ είναι αυτό που φαίνεται εδώ. Η πρώτη λήψη κάηκε από το φως της. Ο άντρας έπαψε να κοιτάζει και η γυναίκα έκανε μεταβολή και χάθηκε στα βαθειά.Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011
133. τη μέρα που αποκοιμήθηκε στον καναπέ
Ενα μεσημέρι, η Βέρα Καλτάκα αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ξύπνησε από ένα κρύο ρεύμα. Μισάνοιξε τα μάτια και είδε πως η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν μισάνοιχτη και «μπα, ξέχασα να κλειδώσω;» είπε από μέσα της και σηκώθηκε, μισοκοιμισμένη ακόμα, να κλείσει και να κλειδώσει την πόρτα. Εσπρωξε την πόρτα να κλείσει, μα η πόρτα δεν έκλεινε. Η μπετούγια έστριβε κανονικά, αλλά η πόρτα ξανάνοιγε. Εψαυσε με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού και κατάλαβε ότι δεν δούλευε το γλωσσίδι της μπετούγιας. Το έσπρωξε με δύναμη προς τα μέσα να ξεκολλήσει, μια και της φάνηκε κολλημένο, αλλά τίποτα δεν πέτυχε. Το γλωσσίδι ήταν ένα με το σόκορο, δεν πήγαινε ούτε μέσα ούτε έξω. Εψαξε τα κλειδιά να κλειδώσει τουλάχιστον την πόρτα, ήταν άφαντα κι αυτά και παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Γύρισε στον καναπέ της, ξαναξάπλωσε και ξανακοιμήθηκε, με την ελπίδα όταν θα ξαναξυπνούσε να ήταν όλα εντάξει. Η Βέρα Καλτάκα είχε απόλυτο δίκιο, γιατί, όταν ξαναξύπνησε, η πόρτα ήταν καλά κλεισμένη και τα κλειδιά κρεμόντουσαν στην κλειδαριά. Πολλά κατάλαβε εκείνη τη μέρα η Βέρα και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μη ξανακοιμηθεί στον καναπέ και μάλιστα μεσημέρι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
listen

