Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

005. τα ερεβώδη τάρταρα του τέρματος



Το τέρμα είναι τέρμα και πάει και τέλειωσε, τερματίσαμε, βάλαμε γκολ πώς το λένε. Και φάγαμε μερικά βεβαίως, αλλά σήμερα που διαθέτουμε εικοσιδύο πατούσες που κλοτσούν προς όλες τις διευθύνσεις του ανέμου, σήμερα ουδείς είναι εις θέσιν να θέσει ημάς νοκ άουτ. Μόνο εάν το θελήσωμεν, θα εξέλθωμεν του γηπέδου με τον χλοοτάπητα. Είκοσι πατούσες κλοτσούν, διορθώνω, και δυο που ανήκουν εις τον τερματοφύλακα, αλλά αυτές απλώς χοροπηδούν κατά περίπτωσιν έμπροσθεν του τέρματος. Κάπου κάπου παίρνουν πρέφα τη μπάλα, αλλά αφήνουν προτεραιότητα στις παλάμες να την αγκαλιάσουν.

Φαντάζομαι τους ποδοσφαιριστές ως ένα αδιαίρετο οργανισμό, σαν μια μεγάλη εικοσαποδαρούσα, να απλώνεται και να μαζεύεται πάνω στο χορτάρι. Αν υπολογίσω και τις πατούσες της αντίπαλης ομάδας, μια τεράστια σαρανταποδαρούσα της οποίας το ένα μισό αντιμάχεται το άλλο μισό, όπως περίπου η ψυχή αντιμάχεται το κορμί -αν είσαι χριστιανός ορθόδοξος βεβαίως- πάλλεται πάνω σε ένα χλοοτάπητα, ένα χαλί από χορτάρι -γκαζόν κατά προτίμηση. Γιατί άραγε γκαζόν και όχι ραδικάκι που τρώγεται κιόλας ή έστω σπανάκι που σπανίζει; Επειδή το γκαζόν δεν τρώγεται, δεν σπανίζει -ξυρίζεται κάθε πρωί- είναι ανθεκτικό και πουλιέται με το μέτρο, ώστε να είναι δυνατό να μπαλώνεται, όπως ένα κόψιμο στο μάγουλο που χρειάζεται λευκοπλαστ. Τι μεγάλη εφεύρεση κι αυτή!



004. ανιχνεύω την κροκοδειλίαν


Η κροκοδειλία είναι μία τροφή επαχθής και τρισαθλία. Προέρχεται εκ του κρόκου των αυγών, έχει οσμήν απαισίαν και χρώμα ωραίον κιτρινώδες βαθύ. Εάν παρασυρθεί τις και φάγει εξ αυτής, αμέσως αποκτά χαρακτήρα επαίσχυντον, τουτέστιν γίνεται δειλός ή και θρασύδειλος ακόμη, πράγμα βεβαίως χρήσιμον δια την επιβίωσίν του. Είναι δυνατόν όμως να βελτιωθεί η κοινωνία η περιλαμβάνουσα εις τους κόλπους της δειλούς; Αλλά, ποιος ενδιαφέρεται για την βελτίωσίν της; Ημείς και υμείς; Μπα, μάλλον κάποιοι άλλοι μη ορατοί την σήμερον ημέραν και, αφού είναι αόρατοι, διατί κοπτόμεθα εναντίον της κροκοδειλίας και των δακρύων που προκαλεί και τα οποία λαμπρύνουν ωρισμένους οφθαλμούς; Ε;

003. αναζητω κροκοδείλους


Πράσινους βεριτάμπλ, ελευθέρας βοσκής, ικανούς να απορροφούν ηχορυπάνσεις και παρλαπιπιάσεις διαρκείας. Θέλω χρησιμοποιήσει αυτούς ως ωτοασπίδας, θα φράξω τα ώτα μου με τις ουρές τους, ενώ αι λαίμαργοι μασέλαι των θα κατευθύνονται προς το περιβάλλον ίνα καταβροχθίζουν πάντα ήχον και πάσαν μαλακίαν. Εάν δεν είναι καταπράσινοι δεν ενοχλεί και τόσον, αρκεί να είναι αφρικανικής παραγωγής και να κλάνουν μέντες. Οι εξ Αμαζονίου, είναι κροκόδειλοι μαϊμού, άνευ απορροφητικών ικανοτήτων και βρωμούν τηγανόλαδο, όθεν μη προτιμητέοι. Το γνωρίζω καλώς διότι ο Αμαζόνιος ευρίσκεται εις την αμερικανικήν ήπειρον και τείνει προς εξαφάνισιν μετά της ηπείρου ταύτης, του χάρτου, των ηπειρωτών και των λακόστ.

002. αναζητώ την αξία και το ήθος



Αν και αυτά είναι φωτεινά αγαθά, με τη μαυρίλα του περιβάλλοντος τα βλέπω ασπρόμαυρα. Σκέφτηκα να ψωνίσω ειδικά γυαλιά να βλέπω οριζοντίως τα πράγματα και όχι καθέτως. Να μη βλέπω δηλαδή από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω, αλλά από δεξιά προς τ' αριστερά και τούμπαλιν. Σήμερα, η αξία και το ήθος έχουν ένα οριζόντιο στίγμα και πρέπει να προσαρμόσω την όρασή μου. Μπορεί να ψωνίσω και κυάλια. Να αποστασιοποιηθώ μέσω της απόστασης. Αρκεί να μη ξεχνώ να τα κρατώ ανάποδα. ΟΒΕΡ.

001. αναζητω τον χθονον

Εριχνα παζιέντζα να βρω τι είμαι -από πού κρατά η σκούφια μου- όταν όλα σκοτείνιασαν, μαύρα νέφη σκέπασαν τον ουρανό αλλά βροχή γιοκ. Πιθανολόγησα πως έφταιγε που βρέθηκα ανάμεσα σε μαύρες πίκες -άσσο εκ δεξιών, τριάρι εξ ευωνύμων. «Τι σου είναι η ζωή!» ανέκραξα «σκέτη μαυρίλα όπου γυρίσεις το μάτι» και γύρισα το μάτι μου ανάποδα ώστε να μη βλέπω. Μαυρίλα δεν υπάρχει τότε, όλα είναι ροζ. Σαν γουρουνάκια νεογέννητα. Ετσι ξαναγεννήθηκα, τυλιγμένη σε ροζ μπομπόν σεντονάκι.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...