Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2010

099. η Υπογραφή

Ο Ζωγραφος πρόσεχε πολύ τα λογια της Μάνας του και είχε ενστερνιστεί ιδιως αυτο που του έλεγε σχετικά με την υπογραφη και το πουλι. Το πουλι το είχε βάλει μέσα σε ενα κλουβί, αλλά την υπογραφη του δεν ήξερε, δεν μπορούσε να φανταστεί, πού να τη βάλει. Η Μάνα του είναι χρόνια πεθαμένη και ο Ζωγράφος δεν μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της. Η Μάνα του Ζωγράφου είχε γνώμη για όλα τα θέματα και -δυστυχώς- ήταν η μονη σωστή. Ετσι τουλαχιστον πιστευε ο Ζωγραφος -ήταν απόλυτα πεπεισμένος- και για τούτο μάλλον δυσκολευόταν ακόμα να βρει θέση για την υπογραφή του. Το πουλί, ευτυχώς, είχε μπει στο κλουβί όταν η Μάνα του ζούσε ακόμα και δεν είχε φέρει καμμιά αντίρρηση, ισα ίσα ικανοποιήθηκε πολύ που ένα πουλί σαν το δικό του, το πουλί του αγαπημένου της γιου, είχε βρει την απολύτως πρέπουσα θέση, την ιδανική -θα λεγαμε- θέση, σε ένα τρε σικ κλουβί, ούτε πολύ φανταχτερό αλλά ούτε και πολύ ταπεινό, ένα κλουβί κλασσίκ που γνώριζε και μαγειρική και έκανε μάλιστα αυτόματη παραγωγή καναβουριού! Η υπογραφή όμως δεν πρόλαβε να λάβει θέση αρμόζουσα -ούτε καν θέση- πάνω στα έργα του. Εμενε συνήθως στο πίσω μέρος των έργων, μαζί με το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Ζωγράφου, μη τύχει κάποια παραγγελία εξτρά. Μια φορά, τόλμησε να βάλει μερικές μικρές τζιφρίτσες με στυλο στις γωνιές μερικών πινάκων, αλλά το μετάνοιωσε και τις σκέπασε με μπογιά. Κάποτε, υπέγραψε άνω δεξιά και ένας φίλος του είπε ότι αυτή η θέση χαλά την ισορροπία του πίνακα. Μια γκαλερί του ζήτησε ένα έργο υπογεγραμμένα και το υπέγραψε, αλλά η υπογραφή ήταν τόσο μεγάλη που έκρυβε το μισό έργο και η γκαλερί το γύρισε πίσω με τη παρατήρηση «πρώτα να γίνετε σπουδαίος και μετά να πουλάτε την υπογραφή σας». Τον τελευταίο καιρό, ο Ζωγράφος είχε κουραστεί πάρα πολύ με την αναζήτηση θέσης για την υπογραφή του, δεν κοιμόταν τα βράδια, δεν έτρωγε τα μεσημέρια, κόντευε να ρέψει. Σήμερα το πρωί όμως, όταν βγήκε στον κήπο να μυρίσει ένα μπουμπούκι τσαντσαμινιάς, βρήκε την απόλυτη λύση: Ενα σαλιγκάρι. Απλωσε τα έργα του στο πάτωμα, πήρε το σαλιγκάρι απαλά, το ακούμπησε πάνω τους, κι εκείνο τα υπέγραψε όλα!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

098. εκείνη περπατούσε ξυπόλητη...

Μια μέρα, ο Ποιητής συνάντησε την Οικονομία. Εκείνη, περπατούσε ξυπόλητη πάνω σε αγκάθια και λάσπες, αλλά οι πατουσες της παρέμεναν δροσερές και χαριτωμένες. Ο Ποιητής απόρησε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό θαυμάζοντας το φαινόμενο. Σκέφτηκε μάλιστα να γράψει ένα ποίημα. Για τις δροσερές πατούσες, όχι για την Οικονομία, φυσικά, επειδή οι Ποιητές δεν τα πάνε καθόλου καλά με τη διαχείριση των οικονομικών -αδυνατούν να απασχολήσουν το νου τους με πεζά πράγματα και για τούτο συνέχεια πεινούν- ούτε μπορούν να αντικρύσουν στήλες με αριθμούς -κλείνουν πάντοτε τα μάτια μπροστά στους ισολογισμούς των εταιρειών που δημοσιεύονται στον τύπο. Η Οικονομία πέρασε ξυστά δίπλα του και του έκλεισε το μάτι. Ως γυναίκα ήταν πολύ ωραία, αλλά ως Οικονομία ήταν απεχθής και ο καημένος ο Ποιητής βρέθηκε προ μεγάλου διλήμματος. Να ακολουθήσει τη ξυπόλητη γυναίκα ή να αγνοήσει τη ξυπόλητη Οικονομία; Και οι δυο (πακέτο σε ένα) ήταν πανέμορφες, με υπέροχα πέλματα, ο Ποιητής ήταν ολίγον τι ποδολάγνος κι έτσι διάλεξε να ακολουθήσει απλώς δυο υπέροχες πατούσες. Εκείνες περπατούσαν σε λάσπες και αγκάθια, όπως είπαμε, αλλά γλιστρούσαν και πάνω σε πάγους και σε λιωμένα χιόνια, ακροβατούσαν και σε πυρακτωμένες λάμες, βυθιζόντουσαν και σε καυτές αμμώδεις ερήμους. Ο Ποιητής ακολουθούσε και τη μια καιγόταν, την άλλη πάγωνε και την άλλη δροσιζόταν. Οι απότομες εναλλαγές της θερμοκρασίας και των τοπίων τον ζάλιζαν σαν να έκανε χρήση δραστικών παραισθησιογόνων ουσιών και καποια στιγμή του πέρασε απο το μυαλό να παρατήσει τη παρακολούθηση. Δεν ήξερε πού θα τον έβγαζε αυτή η περιπέτεια. Σάμπως όμως υπάρχει κάποια περιπέτεια, της οποίας να είναι γνωστό το τέλος; Μια περιπέτεια λέγεται έτσι, επειδή ακριβώς το τέλος της είναι απρόβλεπτο, γιατί αν η κατάληξη είναι γνωστή από την αρχή δεν θα λεγόταν περιπέτεια και δεν θα άξιζε καν να τη ζήσει κανείς. «Μια περιπέτεια ξεκινάς να τη ζεις και όπου σε βγάλει» είπε ο Ποιητης από μέσα του και σταμάτησε στην εκατοστή γωνία. Σταμάτησε επειδή τρομαξε που έπιασε τον εαυτό του, το βαθύτερο εαυτό του, τον ποιητικό, να λογαριάζει, να μετρά τις γωνίες και τις διασταυρώσεις, να μετρά τα βήματά του, να αθροίζει τα βήματα των ξυπόλητων πελμάτων, να τα πολλαπλασιάζει με τις γωνίες, να αφαιρεί τις ερήμους και να διαιρεί με αγκάθια και λασπουριές και παει λέγοντας. Σταμάτησε και για ένα λόγο απλούστερο, που ίσως να ήταν και ο βασικός λόγος της διακοπής: Δεν είχε βρει τρόπο να γράφει ποιήματα με αριθμούς. Βεβαίως, αν συνέχιζε τη παρακολούθηση, πιθανότατα να έβρισκε τον τρόπο αυτόν, αλλά τότε θα λεγόταν άραγε ποιητής;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...